Σελίδες

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Άλωση

του Δημήτρη Θεοδώρου.

Μοιάζει με κακόγουστη φάρσα, αλλά δυστυχώς η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία ίσως και χιλίων σκηνοθετών ή φαρσοκωμωδιογράφων, ιδίως όταν μιλάμε για την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Αυτή η ελληνική πραγματικότητα θέλει για κάποιο λόγο ολοένα να σπρώχνει στο περιθώριο άτομα που δεν είναι του γούστου μιας κάποιας τάξης και να κάνει ευπρόσδεκτα στους κύκλους της ανθρώπους καλοντυμένους με γραβάτες και πολυτελή αυτοκίνητα, συνήθως παράνομα παρκαρισμένα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αλωθούν τα άλλοτε ελεύθερα πεζοδρόμια που ανήκαν στο σύνολο των πολιτών μιας περιοχής και μπορούσαν εκεί να σταθούν, να μιλήσουν ακόμα και οι μικρότεροι να παίξουν. Κάτι τέτοιο σταδιακά γίνεται αδύνατον ακόμα και για τους πιο καλόπιστους. Η σύγχρονη πραγματικότητα θέλει να εξαντλήσει τη δημιουργικότητα του επιχειρηματικού κόσμου σε μπαράκια και καφετέριες έξωθεν αισθητικής ή κουλτούρας δημιουργώντας –στην καλύτερη- μια καλοστημένη αντιγραφή. Η έννοια του πεζοδρόμου ή του πεζοδρομίου τείνει να εξαλειφθεί και να αντικατασταθεί στον προβλεπόμενο χώρο μέσα στον οποίο οι καφετέριες και τα μπαρ θα στήσουν το «νοικοκυριό» τους. Και αυτό τείνει να γίνει αυτονόητο.
Το πιο λυπηρό από όλα είναι ότι τείνει να γίνει αυτονόητο. Βρισκόμαστε δηλαδή σε μια κατάσταση η οποία απαγορεύει στον κόσμο, προς το παρόν τον περιορίζει σε μεγάλο ποσοστό, να μπορεί να χαίρεται κάτι το οποίο η πολιτεία του αφιέρωσε και μάλιστα τόσο τιμητικά ώστε το πρώτο συνθετικό της λέξης να ανήκει επάξια σε αυτόν. Στον πεζό. Κόσμος κάθεται και τρώει, πίνει, από πάνω του περιμένουν οι «μαγκάιβερ» με τους ασυρμάτους της ενδοεπικοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα ο υπόλοιπος κόσμος ή θα αναγκαστεί να κατέβει στο δρόμο για τη διέλευση του, ή στην καλύτερη θα σπρωχτεί και θα σπρώξει. Τα πλακίδια όδευσης αναπήρων το πιθανότερο είναι να λείπουν εντελώς από τους νέους πεζοδρόμους και το πιο λυπητερό είναι ότι απουσιάζουν και από περιοχές οι οποίες είναι αυτή τη στιγμή υπό κατασκευή.
Η άλωση είναι καλοντυμένη, δεν έχει όπλα ή το υγρό πυρ, δεν έχει πίσω πόρτες, αλλά έχει αρώματα και κοστούμια, έχει ακριβούς τιμοκαταλόγους και κοκτέιλ, έχει οιονεί ωραίους τρόπους συμπεριφοράς, και γενικώς ενδιαφέρονται για το πόσο ωραία θα φαίνεται κάτι προς τα έξω αδιαφορώντας όμως για το τι ακριβώς είναι αυτό το οποίο προσφέρουν. Κενό. Θεωρώ, ότι όσο προχωρά η κοινωνία προς μια ολοένα κατάκτηση και θωράκιση του βαθύτερου εγώ των προσώπων, τόσο περισσότερο θα ξεπέφτει σε ατοπήματα, η ακόμα θα γυρίζει την πλάτη της προς κάθε τι ουσιαστικά νέο και δημιουργικό. Θα γυρίζει την πλάτη της στην κοινωνία των πολλών και ουσιαστικά περισσότερο αδύνατων ανθρώπων. Όσο παραχωρούμε τη θέση του αυτοκινήτου μας έναντι των πλακιδίων όδευσης τυφλών, ή όσο τα τραπεζοκαθίσματα θα αλώνουν τους χώρους που άλλοτε παίζαμε, χορεύαμε, καθόμασταν, τραγουδούσαμε, κάναμε πλάκα τα βράδια με τους φίλους μας, τόσο μάλλον θα κερδίζει τόπο εκείνος ο πολιτισμός που η ιστορία δείχνει ότι είναι σαφώς διαχωρισμένος από τον ελληνοκεντρισμό. Πράγματα τα οποία παραγνωρίζει ο σύγχρονος τρόπος σκέψης και απαιτεί υψηλού επιπέδου φρόνημα και θέληση για να τα καταλάβει, μολονότι πολύ απλά και καθημερινά στη σύλληψη τους.
Η άλωση η οποία φαίνεται να κάνει ήδη τα βήματά της σταθερά, προχωρά όχι μόνο στα πεζοδρόμια, αλλά προχωρά εξίσου σταθερά και στις παραλίες. Στις παραλίες που αδυνατείς σε κάποια σημεία της να σταθείς, γιατί εκεί έχουν κάνει κατάληψη πολυτελέστατα μαγαζιά, τα οποία αναιρούν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο όλα εκείνα που βρίσκονται σε παλιές φωτογραφίες μέσα σε λευκώματα και δείχνουν κιόσκια ξυλοκέντητα επενδεδυμένα με καλαμωτή (κατ’ εξοχήν μεταβλητή κατασκευή), εικόνες «θεόχτιστων» από μια Ελλάδα του ‘ 50 ή του ‘ 60 στην οποία όμως έβρισκες άμμο να πατήσεις χωρίς να κινδυνεύεις από «καλοντυμένους κυρίους» και πριν προλάβει ο κακώς νοούμενος «διεθνισμός» να κάνει την εμφάνιση του. Η Ελλάδα μιμείται, και δυστυχώς δε μιλάμε για «μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας», αλλά μίμηση προτύπων και αυτούσιων τρόπων σύγχρονου βίου, χωρίς την παραμικρή διύλιση και κριτική επεξεργασία της σκέψης.
Τα πεζοδρόμια μας αλώνονται ολοένα, από μαγαζάκια, τα οποία απλώς παίζουν μουσική του εξωτερικού δυνατά (σε σημείο να μην ακούς το διπλανό σου) και έχουν εξαλείψει τα παλιά παραδοσιακά καφενεία ή σουβλατζίδικα, τα παλιά βιβλιοπωλεία, ή τα παλιά μαγαζάκια με έπιπλα που δεν ανήκαν σε κάποια μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων, αλλά ήταν όμως σπουδαία και υψηλής αισθητικής. Σουβλατζίδικα νέας αισθητικής, γιαουρτάδικα, μεγαλοβιβλιοπωλεία και διαρκώς ένα ατελείωτο copypaste συναντάς σε οποιαδήποτε συνοικία της Αθήνας τύχει να βρεθείς -χωρίς βέβαια αμφιβολία και με τις κατά τόπους εξαιρέσεις. Η φυσιογνωμία των πόλεων αλλάζει και απλώς οφείλουμε να πούμε αν μας αρέσει αυτό, εκείνο ή το άλλο. Τα πράγματα δείχνουν ότι μας αρέσει γιατί θεωρώ ότι πρωτίστως καθετί που συμβαίνει είναι αποτέλεσμα πολιτικής βούλησης. Και τους τοπικούς άρχοντες ή μη τοπικούς τους επιλέγουν οι πολίτες.  Η αρχιτεκτονική, η κατασκευή, η γλυπτική έρχονται μετά. Επομένως οφείλουμε να ζήσουμε με αυτό. Να παραδεχτούμε εμείς οι λίγοι, οι όσοι είμαστε τελοσπάντων, ότι προτιμάμε την παραλία για μας και για τους φίλους μας, προτιμάμε το τζιπ μας πάνω στο πεζοδρόμιο και ο ανάπηρος να πάει να γαμηθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου