* Μια ομάδα μαμάδων, μπαμπάδων και πολλών άλλων για την ασφαλή μετακίνηση όλων μας, ιδιαίτερα των παιδιών.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Με όπλο τον σουρρεαλισμό

Μπράβο στη Χριστίνα που πήρε το παράλογο που ζούμε και το έκανε αστείο.



Αμφιβάλει κανείς ότι έχουμε ξεφύγει εντελώς;
Κάθε μέρα βλέπουμε αυτούς τους τύπους με στυλάκι του τύπου "κάνε στη μπάντα γιατί έτσι γουστάρω". Και σοβαρά-σοβαρά πιστεύουν ότι έχουν δίκιο!

Πώς τη βγαίνεις μπροστά σ' ένα τέτοιο άτομο;
Είναι προφανές πως στα ίσια δε σε παίρνει - θέλω να πω, αν είχαν λίγη λογική δε θα έκαναν αυτά που κάνουν έτσι κι αλλιώς.

Τι κάνεις λοιπόν για να τους κόψεις τη φόρα αφού το ακατοίκητο είναι, προφανώς, ακατοίκητο;

Είναι απλό:
το παίζεις ακόμη πιο ακατοίκητο!

Το κόλπο το ανακάλυψα στην τύχη, πριν 4 χρόνια, μια μέρα που πήγαινα τα παιδιά  στις κούνιες.
Το έχω χρησιμοποιήσει πολλές φορές και πάντα πιάνει - βραχυκυκλώνουν εντελώς!

Για να επανέλθω στην ιστορία μας, είμαστε στο πεζοδρόμιο, έχω σταθεί να καθαρίσω μια μυτούλα κι ακούγονται μπιπ-μπιπ και μαρσαρίσματα. 
Ο δρόμος έχει κίνηση, όλοι μαρσάρουν και κορνάρουν, οπότε δεν έδωσα σημασία.
Ξαφνικά ένας κύριος που ερχόταν απέναντι μου λέει «Προσέξτε πίσω σας!»
Γυρνάω και τι να δω; Με τη ρόδα ήδη πάνω στη ράμπα, ένας μοτοσικλετιστής μου γνέφει να κάνω στην άκρη.
Τιιι;
Πώς;
Δεν ξέρω πώς μου ήρθε αλλά εκείνη την ώρα πήρα τη σαστιμάρα μου (που ήταν αληθινή) και την πέταξα πάνω του:
Μαμά: «Ναι; Τι; Τι τρέχει;»
Οδηγός: «Κάντε στην άκρη κυρία μου!»
Μ: (με απορία) «Γιατί;»
Ο: (του παίρνει δυο στιγμές να καταλάβει ότι ακόμη στέκομαι και τον ρωτάω, αντί να έχω υπακούσει στην προσταγή του. Παίρνει βαθιά ανάσα, μαζεύει την υπομονή του που βρήκε μπροστά του καθυστερημένο και συνεχίζει) «Για να παρκάρω.»
Μ: (σαστισμένο ύφος, όλο αθωότητα) «Στο πεζοδρόμιο;»
Ο: (αγανακτισμένος) «Ε, ναι!»
Μ: «Μα δεν παρκάρουμε στο πεζοδρόμιο!»
Ο: «Κάντε στην άκρη κυρία μου!»
Μ: «Μα είναι παράνομο.»
Ο: «Ε, και;» (Με ύφος θριάμβου, σίγουρος πως μ' έχει ταπώσει.)
Μ: «Μα δε μπορώ να κάνω παρανομία!»
Ο: (Με κοιτάζει μ’ ένα βλέμμα απελπισίας. Σχεδόν μπορώ ν’ ακούσω το τζζτ-τζζτ από τις λυχνίες που καίγονται μία-μία (μάλλον θα το έχει αναλογικό...) Αποφασίζει να χαμηλώσει τους τόνους και να απευθυνθεί στην ευσπλαχνία μου.) «Έλα κοπέλα μου κι έχω αργήσει.»
Μ: «Λυπάμαι, αλλά δε μπορώ.»
Ο: «Γιατί;»
Μ: «Γιατί αν σας βοηθήσω να παρανομήσετε, θα γίνω συνεργός!»
Με κοιτάζει λες κι έπεσα από τον Άρη. Ανοίγει το στόμα να πει κάτι, δεν του βγαίνει, το ξανακλείνει. Έχει μείνει κόκκαλο, όταν από πίσω του στριμώχνεται άλλος ένας.
Β΄ Οδηγός: «Τι θα γίνει κοπελιά, θα μας αφήσεις να περάσουμε;»
Μ: «Γιατί;»
Β΄ Ο: «Για να παρκάρουμε.»
Μ: «Όχι, εννοώ γιατί να σας βοηθήσω;»
Β΄ Ο: (Με κοιτάζει κάπως έκπληκτος. Αυτό δεν το είχε σκεφτεί.) Συνεχίζω:
Μ: «Εσείς κερδίζετε τσάμπα θέση. Εγώ τι θα κερδίσω;»
Τώρα με κοιτάζουν κι οι δύο αποσβολωμένοι. Αλλά εγώ έχω πάρει φόρα:
Μ: «Θα στριμωχτούμε, δε θα χωράει το καρότσι, θα φάνε τα παιδιά καυσαέριο, γιατί λοιπόν να σας βοηθήσω; Τι λόγο έχω; »
Ο πρώτος φαίνεται να έχει πάρει τις αποφάσεις του και φεύγει. Ο δεύτερος, κάνει να προχωρήσει στη ράμπα, με βλέπει που τον κοιτάζω κατάματα χωρίς να κουνιέμαι ρούπι και το παίρνει απόφαση. Στρίβει το τιμόνι και φεύγει κι αυτός.
Από τότε παίζω το ούφο σε κάθε τέτοια συνάντηση ώσπου να σηκώσουν τα χέρια ψηλά και να φύγουν γι αλλού. 
Φυσικά διασκεδάζω απίστευτα όταν βλέπω τη σαστιμάρα τους, αλλά δεν είναι μόνο αυτό που με κάνει να συνεχίζω: σε κάθε τέτοια συνάντηση πιστεύω πως φυτεύω ένα μικρό σπόρο αμφιβολίας μέσα τους. Θέλω να πιστεύω πως κάποια μέρα, αν τον ποτίσει κι άλλος ένας, ίσως δύο, αυτός ο σπόρος θα ριζώσει και θα βγάλει καρπούς.
Καλή συνέχεια σ' ό,τι κι αν κάνετε!

2 σχόλια: